Μπαράζ παρεμβάσεων… σε γραμμή «αντι-ανασύνταξης»

588503

Με αφορμή την Εργατική Πρωτομαγιά, μια σειρά αστικών εφημερίδων, ειδικά στο «παλιό» και «νέο» σοσιαλδημοκρατικό φάσμα («Νέα», «Εφημερίδα των Συντακτών», «Αυγή»), γέμισαν με άρθρα και αναλύσεις για το εργατικό κίνημα. Με μπόλικο «κλάμα» και με μπόλικο τσουβάλιασμα των μαζικών συγκεντρώσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ με τα σκορποχώρια που εμφάνισε αντί για συγκεντρώσεις ο κυβερνητικός και εργοδοτικός συνδικαλισμός, μίλησαν για «επετειακές παρελάσεις που ακολούθησαν την πεπατημένη», για «περασμένα μεγαλεία», για «θλιβερές συγκεντρώσεις»…

Πίσω από αυτήν την παρέμβαση των αστικών επιτελείων υπάρχει ένας άμεσος στόχος, αλλά και ένας πιο μεσοπρόθεσμος.

Το άμεσο στοιχείο είναι η προφανής τους προσπάθεια να περνάει μια εικόνα απαξίωσης των εργατικών – λαϊκών αντιδράσεων απέναντι στην κυβερνητική αντιλαϊκή πολιτική, η προσπάθεια να στηριχθεί ο προκλητικός ισχυρισμός του πρωθυπουργού ότι τάχα δεν βγαίνει κανείς σήμερα στους δρόμους, άρα υπάρχει «νομιμοποίηση» της κυβέρνησης και της νέας αντιλαϊκής συμφωνίας που αυτή φέρνει για λογαριασμό του κεφαλαίου.

Το θέμα όμως πηγαίνει και αρκετά παραπέρα: Στην πραγματικότητα, η παρέμβαση αυτή στοχεύει στην ίδια την κατεύθυνση, τον προσανατολισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Αυτό που τους απασχολεί είναι το πώς θα διασφαλιστούν η συνέχεια στον αποπροσανατολισμό της πλειοψηφίας των εργαζομένων, ο εγκλωβισμός τους «εντός των τειχών» της πολιτικής υπέρ του κεφαλαίου, σε συνθήκες μάλιστα έντονων διεργασιών στο αστικό πολιτικό σκηνικό και σημαντικής απαξίωσης «παραδοσιακών» δυνάμεων του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού. Τους απασχολεί το πώς θα βάλουν εμπόδια στη μάχη που δίνουν οι κομμουνιστές και δυνάμεις που συνεργάζονται μαζί τους στο συνδικαλιστικό κίνημα για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, για τον προσανατολισμό του ενάντια στον πραγματικό αντίπαλο, τα μονοπώλια και την εξουσία τους.

Η επίθεση του κεφαλαίου, η ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης δεν μπορεί παρά να συνοδεύονται από την ένταση της επίθεσης στο εργατικό κίνημα, τόσο με νομοθετικά – κατασταλτικά μέτρα (εκεί εντάσσονται και οι αντιδραστικές αλλαγές που προωθούνται στο συνδικαλιστικό νόμο), όσο και με ιδεολογική – πολιτική παρέμβαση για τον προσανατολισμό του.

Η «πολυδιάσπαση» και οι «κοινές συγκεντρώσεις»…

Σε αυτό το πλαίσιο, όπως φάνηκε και με την αστική αρθρογραφία που ξεδιπλώθηκε με αφορμή την Πρωτομαγιά, πατώντας σε υπαρκτά προβλήματα του εργατικού κινήματος – από την επίθεση του κεφαλαίου, την ολέθρια επίδραση του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, την απογοήτευση που γεννά ο εγκλωβισμός των εργατικών προσδοκιών στην εναλλαγή αστικών κυβερνήσεων – τα επιτελεία του συστήματος ξαναζεσταίνουν χρεοκοπημένες θεωρίες, τόσο για τα «αίτια» της σημερινής κατάστασης στο συνδικαλιστικό κίνημα, όσο και για τις «λύσεις».

Κάπως έτσι, για παράδειγμα, η «ΕΦ.ΣΥΝ», με άρθρα, σχόλια και ρεπορτάζ, ξανασερβίρει τα περί «πολυδιάσπασης»: «Πολλές συγκεντρώσεις, πολλές πορείες, πολλές διαδρομές χτες για την Πρωτομαγιά (…) Ας μην αναρωτιούνται πάντως τα στελέχη και οι συνδικαλιστές γιατί λέμε «κάθε πέρσι και καλύτερα»».

Για να μπει στη συνέχεια στο «ψητό» της παρέμβασής της: «Η Εργατική Πρωτομαγιά», σημειώνει με προσποιητή αφέλεια, «αποσκοπούσε να ενώσει τους εργάτες όλου του κόσμου σε ένα κοινό παγκόσμιο μέτωπο κατά των εκμεταλλευτών τους. Καθιερώθηκε ως ημέρα ενότητας και όχι ως ημέρα διάσπασης των εργαζομένων (…) Η βάση πάνω στην οποία καλούνται οι εργαζόμενοι να κινητοποιηθούν (…) δεν είναι οι διαφορετικές πολιτικές προτάσεις, αντιλήψεις και απόψεις που υπάρχουν, αλλά τα ίδια τα προβλήματα τα οποία είναι κοινά και τους ενώνουν (…) Σήμερα οι Ελληνες εργαζόμενοι βιώνουν για έβδομο χρόνο την πολιτική των μνημονίων (…) Τι άλλο θα έπρεπε να συμβεί για να αντιληφθούν οι συνδικαλιστικές και πολιτικές οργανώσεις ότι μια κοινή πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση και διαδήλωση (…) επιβάλλεται εκ των πραγμάτων;».

Αν και η μαζικότητα είναι ένας δείκτης ωστόσο δεν αποτελεί από μόνη της κριτήριο, καθώς στο πλαίσιο των διεργασιών στο αστικό πολιτικό σκηνικό μαζικότητα μπορεί να εμφανίζουν κατά περιόδους διάφορες «παραλλαγές» που κινούνται στο πλαίσιο του συστήματος, όπως π.χ. οι «αγανακτισμένοι». Ομως, η λεγόμενη «πολυδιάσπαση» της εργατικής τάξης στην οποία αναφέρονται δεν είναι τίποτα περισσότερο από το γεγονός ότι την ίδια ώρα που πραγματοποιούνταν οι μαζικές απεργιακές συγκεντρώσεις των ταξικών συνδικάτων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, οι δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού δεν μάζεψαν στις συγκεντρώσεις τους ούτε τους εκλεγμένους εργατοπατέρες.

Ας μείνουμε όμως στην ουσία, η οποία κρύβεται σε μια «λεπτομέρεια» των όσων αναφέρει η ίδια η «ΕΦ.ΣΥΝ», στο «κοινό παγκόσμιο μέτωπο κατά των εκμεταλλευτών» που πραγματικά συμβολίζει η Εργατική Πρωτομαγιά. Από πού και ως πού όμως προκύπτει ένα τέτοιο μέτωπο με τη συμπόρευση και την «κοινή πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση» με τις δυνάμεις εκείνες – κυβερνητικές και αντιπολιτευόμενες – που έχουν στην προμετωπίδα τους τις σημαίες των εκμεταλλευτών, δηλαδή την καπιταλιστική ανάπτυξη και την ταξική συνεργασία; Από πού και ως πού μπορεί να υπηρετηθεί ένα τέτοιο μέτωπο από τη συμπόρευση με δυνάμεις που μιλάνε για άλλο «μείγμα πολιτικής», για άλλο νόμισμα, για άλλο «παραγωγικό μοντέλο», που θα υπηρετεί όμως το στόχο της καπιταλιστικής ανάκαμψης όπως και αν ονομαστεί (π.χ. παραγωγική ανασυγκρότηση κ.λπ.) και κατά συνέπεια τη διαμόρφωση αιτημάτων, πλαισίων και στόχων πάλης με βάση αυτό το κριτήριο; Δηλαδή υπάρχει πάλη διαφορετικών γραμμών και κατευθύνσεων στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Το κάλεσμα «ενότητας» είναι στην πραγματικότητα ενότητα κάτω από τις φτερούγες της αστικής τάξης, του κεφαλαίου, της εργοδοσίας…

Οι κομμουνιστές και οι ταξικές συνδικαλιστικές οργανώσεις αγωνίζονται καθημερινά πάνω στα οξυμένα εργατικά προβλήματα, παλεύουν για την ουσιαστική ταξική ενότητα των εργαζομένων μέσα στα σωματεία, χωρίς να τους διαχωρίζουν ανάλογα με το τι έχουν ψηφίσει, ενότητα που διαμορφώνεται στη βάση της αντιπαράθεσης με την εργοδοσία, το κεφάλαιο, τους στόχους, τη στρατηγική του και όχι με την υιοθέτησή τους, όχι με το παζάρεμα τι θα χάσουν οι εργαζόμενοι, όχι με την υποταγή κάτω από τις σημαίες τους.

«Πλατφόρμες», «ανοργάνωτο»… και άλλες ανώδυνες ιστορίες

«Το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα δείχνει ότι δεν μπορεί να εντάξει τη νέα γενιά σε μια λογική διεκδίκησης», γράφει από την πλευρά της η «Αυγή» (σε πλήρη συντονισμό με τα «ΝΕΑ», που λένε ότι «η Αριστερά σήμερα, στο σύνολό της, μοιάζει να μην μπορεί να ξαναμαζέψει τον κόσμο στα σωματεία») και σπεύδει να προβάλει ως «λύση» το… ανοργάνωτο «κίνημα», τις ανώνυμες καταγγελίες στους κρατικούς μηχανισμούς, τις διάφορες διαδικτυακές πλατφόρμες.

Δεν τους πήρε βέβαια κανένας πόνος για το υπαρκτό πρόβλημα του χαμηλού βαθμού οργάνωσης της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τους νέους εργαζόμενους. Ο πραγματικός τους στόχος είναι ο κόσμος που νιώθει σήμερα αγανάκτηση, θυμό, που προβληματίζεται, να αισθάνεται ότι δεν έχει νόημα να δραστηριοποιηθεί στο συνδικάτο του, αλλά να στρέφεται οπουδήποτε αλλού, σε ανώδυνες και εύκολα ενσωματώσιμες μορφές. Τα ίδια μέσα, που «θάβουν» κάθε εστία αντίστασης όταν σε αυτήν διακρίνονται στοιχεία που στρέφονται ενάντια στον πραγματικό αντίπαλο, προβάλλουν κατά καιρούς διάφορες «συλλογικότητες», «πλατφόρμες» κ.τ.λ. που πάνε κι έρχονται, αρκεί να μην έχουν σχέση με το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι μέσα από το υποκριτικό «κλάμα» τους για το εργατικό κίνημα, δεν χάνουν ευκαιρία να προσφέρουν άλλοθι στις πιο αντιδραστικές από τις προωθούμενες αλλαγές στο συνδικαλιστικό νόμο: Αρθρο της «Αυγής», την περασμένη Πέμπτη, ξεκινώντας από τις «θλιβερές» και «χωριστές συγκεντρώσεις» για την Πρωτομαγιά, κατέληγε τοποθετούμενο ενάντια στη χρηματοδότηση των σωματείων (υπέρ δηλαδή του προωθούμενου οικονομικού στραγγαλισμού τους) και υπέρ της ουσιαστικής κατάργησης του δικαιώματος στην απεργία, μέσω της καθιέρωσης της υποχρέωσης συγκέντρωσης του 50%+1 συνολικά στον εργασιακό χώρο ή τον κλάδο για την κήρυξη απεργιακής κινητοποίησης, πετώντας και ένα πυροτέχνημα (;) για «υποχρεωτική εγγραφή όλων των εργαζομένων στα σωματεία τους»

Η αγωνία για τα «καθαρά σωματεία»

Με αντίστοιχη υποκριτική «αγωνία», τα αστικά επιτελεία εμφανίζονται να «ανησυχούν» μήπως επικρατήσει – όπως σημειώνουν τα «ΝΕΑ» – «η καταστροφική λογική να φτιαχτούν καινούργια, «καθαρά» σωματεία, λες και φταίνε οι δομές των σωματείων και όχι η συνείδηση και ο συσχετισμός».

Στην πραγματικότητα, βέβαια, ξέρουν πολύ καλά ότι δεν τίθεται κανένα θέμα «»καθαρών» σωματείων», με την έννοια της πολιτικής συμφωνίας και του ενιαίου βαθμού πολιτικής συνείδησης όλων των μελών.

Οταν μιλάνε για «καταστροφική λογική «καθαρών» σωματείων» άλλο έχουν κατά νου: Εννοούν το διαχωρισμό της εργατικής τάξης από την αστική τάξη και τους «εθνικούς στόχους» της, τον διαχωρισμό του εργατικού κινήματος από τη γραμμή της ταξικής συνεργασίας, της υποταγής στο «ρεαλισμό» και στις «αντοχές» της καπιταλιστικής κερδοφορίας, τη γραμμή της αναμονής για φιλολαϊκές λύσεις από την εναλλαγή των αστικών κυβερνήσεων. Εννοούν δηλαδή το διαχωρισμό του εργατικού κινήματος από αυτήν τη γραμμή που το έχει οδηγήσει ως εδώ, από τη γραμμή που παραλύει, εγκλωβίζει και απογοητεύει.

Προϋπόθεση για την ανασύνταξη η ένταση της ιδεολογικής – πολιτικής πάλης στο συνδικαλιστικό κίνημα

Αυτό που πραγματικά τους ενοχλεί, αυτό που πραγματικά βρίσκεται στο στόχαστρο όλης αυτής της παρέμβασης των αστικών επιτελείων είναι αυτή καθαυτή η γραμμή της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος για την οποία παλεύουν πρώτοι απ’ όλους οι κομμουνιστές στο συνδικαλιστικό κίνημα, η πάλη δηλαδή για προετοιμασία και ανάπτυξη της ικανότητας του εργατικού κινήματος να αντιπαρατεθεί με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, σε συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα των αυτοαπασχολουμένων της πόλης και της υπαίθρου, στην ενιαία επεξεργασμένη στρατηγική του κεφαλαίου και της καπιταλιστικής εξουσίας.

Το ΚΚΕ, τα μέλη και οι φίλοι του που δραστηριοποιούνται στα συνδικάτα αλλά και οι δυνάμεις του στο ταξικό εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα δεν διακατέχονται από καμιά διάθεση ωραιοποίησης της κατάστασης: Παλεύουν σε κάθε βήμα τους με την υποχώρηση στο εργατικό κίνημα, με την ανασφάλεια, το φόβο, τη μοιρολατρία, την απογοήτευση, αλλά βλέπουν και τις μεγάλες δυνατότητες, συμβάλλουν στη διαμόρφωση εστιών αντίστασης γύρω από διεκδικήσεις που αφορούν τις πραγματικές λαϊκές ανάγκες, δίνουν μάχη για την αποφασιστική βελτίωση του συσχετισμού δυνάμεων.

Αναδεικνύουν ως ζήτημα πρώτης γραμμής, ως μόνιμο μέλημα και κριτήριο της προσπάθειας ανασύνταξης την αντιμετώπιση του χαμηλού βαθμού οργάνωσης των εργαζομένων στα σωματεία και ξεχωρίζουν το ζήτημα της οργάνωσης των νέων εργαζομένων, των γυναικών, των μεταναστών.

Προβληματίζονται για τις νέες δυσκολίες που προκαλούν η γενίκευση της εργασιακής «ευελιξίας», η παρατεταμένη υψηλή ανεργία, ψάχνουν να βρουν τις κατάλληλες μορφές για την αντιμετώπιση αυτών των δυσκολιών, για την οργάνωση και την ενότητα των εργαζομένων ανεξάρτητα από εργασιακές σχέσεις, με κλαδικά σωματεία και παραρτήματα, με επιχειρησιακά σωματεία, με δημιουργία νέων σωματείων όπου κρίνεται απαραίτητο, με επιτροπές ανέργων σε κλάδους και σε γειτονιές.

Ιεραρχούν ψηλά το ζήτημα της σταθερής λειτουργίας των σωματείων, της εξεύρεσης τρόπων και μορφών που διευκολύνουν τη συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων, με Γενικές Συνελεύσεις, συσκέψεις κτλ., αλλά και με μορφωτικές, πολιτιστικές και αθλητικές πρωτοβουλίες κ.ά., με ενίσχυση της ταξικής αλληλεγγύης των εργατών και των ανέργων, με αλληλοβοήθεια και στήριξη της εργατικής – λαϊκής οικογένειας.

Προϋπόθεση βέβαια για να περπατάνε όλα τα παραπάνω στην πράξη δεν είναι απλά μια σειρά οργανωτικών μέτρων: Η υλοποίηση του κρίσιμου καθήκοντος της ανασύνταξης προϋποθέτει την ένταση της ιδεολογικής – πολιτικής πάλης μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Απέναντι στην οργανωμένη παρέμβαση της εργοδοσίας, των κρατικών μηχανισμών, των αστικών πολιτικών δυνάμεων, απέναντι στη γραμμή του «κοινού εθνικού συμφέροντος» και της υποταγής στους στόχους των καπιταλιστών, αντιπαρατίθενται η αναντικατάστατη δουλειά των κομμουνιστών στα συνδικάτα, η δράση του Πανεργατικού Αγωνιστικού Μετώπου, που έχει κατακτήσει το να αποτελεί σήμερα σημείο αναφοράς ευρύτερα μέσα στην κοινωνία και το κίνημα ακριβώς γιατί αποτελεί συσπείρωση συνδικαλιστικών οργανώσεων σε αντικαπιταλιστική – αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, διακριτή τόσο σε σχέση με τον εργοδοτικό – κυβερνητικό συνδικαλισμό όσο και με τη γραμμή του ρεφορμιστικού και οπορτουνιστικού ρεύματος.

rizospastis.gr

Advertisements