Ορισμένες σκέψεις σχετικά με τις πρόσφατες παρεμβάσεις της εκκλησιαστικής ιεραρχίας

Λίγες βδομάδες πριν, με αφορμή τα προτεινόμενα με ανεύθυνο τρόπο απ’ το υπουργείο Παιδείας νέα προγράμματα διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία, ξεδιπλώθηκε μια οξεία παρέμβαση της ηγεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδας, που άγγιξε και το γενικότερο ζήτημα της σχέσης Εκκλησίας – κράτους στη χώρα σε όλες τις πτυχές του. Η αντιπαράθεση με τον υπουργό Παιδείας και την κυβέρνηση υπήρξε έντονη, αλλά για λίγο. Σύντομα, μετά από εσπευσμένη συνάντηση του Αρχιεπισκόπου με την ηγεσία των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση (Τσίπρας, Καμμένος), οι τόνοι έπεσαν και επήλθε προφανώς κάποιος συμβιβασμός, που ο χρόνος θα δείξει κατά πόσο είναι προσωρινός ή όχι. Το σχετικά καινούργιο στοιχείο στην αντιπαράθεση αυτή το τελευταίο διάστημα είναι κυρίως οι πολύ ανεβασμένοι τόνοι και το ιδεολογικό πρόσημο των επιχειρημάτων που χρησιμοποίησε ο ανώτατος κλήρος της χώρας, που θυμίζει τον εκκλησιαστικό λόγο παλιότερων, σκοτεινών εποχών της ιστορίας της χώρας.

Το περιεχόμενο της παρέμβασης της εκκλησιαστικής ηγεσίας διατυπώνεται σε δύο επίσημα κείμενα που εξέδωσε: αφενός στις επιστολές του Αρχιεπισκόπου προς τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων (στις 27/9/2016 προς τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ), οι οποίες αναφέρονται στη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία και αφετέρου στην «Εισήγησιν εις την Ιεραρχίαν της Εκκλησίας της Ελλάδος» (4/10/2016), του Αρχιεπισκόπου και πάλι, που αναφέρεται σε μια πλατιά δέσμη θεμάτων, που περιλαμβάνει τη σημερινή κατάσταση της Εκκλησίας, την εκκλησιαστική περιουσία, τη σχέση Εκκλησίας – κράτους, το κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας κ.ά. Ιδιαίτερα στο δεύτερο κείμενο, δηλαδή στην «Εισήγησιν» στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο (ΔΙΣ), αρθρώνεται σε ορισμένα σημεία ένας λόγος απροκάλυπτα αντιδραστικός και σκοταδιστικός. Σύμφωνα με την ιεραρχία της Εκκλησίας, «τα κόμματα της αριστεράς με τη γνωστή φιλοσοφικο-κοινωνική κοσμοθεωρία του κομμουνιστικού κοσμοειδώλου, όπως γνώρισε τον χωρισμό αυτό (το χωρισμό εκκλησίας – κράτους σ. Α.Χ.) ο καταρρεύσας υπαρκτός σοσιαλισμός στο ανατολικό μπλοκ, που στην ουσία ήταν διωγμός της θρησκευτικής πίστεως, ελαύνονται από αποτυχημένα αθεϊστικά ιδεολογήματα και συναντώνται με τα υπόλοιπα κόμματα του νεοφιλελεύθερου χώρου κάτω από τις ντιρεκτίβες της Νέας Εποχής και της Νέας Τάξεως… Μιλούν για χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, διάβαζε Εθνους, επικαλούμενοι δήθεν προοδευτικά συνθήματα. Οι αντιλήψεις όμως περί χωρισμού είναι του περασμένου αιώνα, που γεννήθηκαν κάτω από μισαλλόδοξο αντιθρησκευτικό και αντικληρικαλιστικό λαϊκιστικό πνεύμα, που δεν συμβιβάζεται με τις σημερινές κοινωνικές, πολιτειακές και θρησκευτικές αντιλήψεις» (σελ. 46 της «Εισηγήσεως»). Στα παραπάνω συμπυκνώνεται η ουσία, ή το «βαρύ πυροβολικό» της επιχειρηματολογίας της Εκκλησίας σε ό,τι αφορά την αντίθεσή της στο χωρισμό Εκκλησίας – κράτους. Με αφορμή τα γεγονότα και τις δηλώσεις αυτές, επιχειρείται παρακάτω η διατύπωση κάποιων σύντομων σκέψεων πάνω σε ζητήματα σχετικά με την Εκκλησία που τέθηκαν στην ημερήσια διάταξη.

Οπισθοδρόμηση ο διαχωρισμός μεταξύ κράτους και Εκκλησίας;

Μια πρώτη παρατήρηση που μπορεί να γίνει στα παραπάνω, είναι ότι κατ’ αρχάς ο διαχωρισμός Εκκλησίας – κράτους και η εκκοσμίκευση του κράτους και της Εκπαίδευσης υπήρξε μια ιστορική διαδικασία, που συντελέστηκε σε πολλές χώρες από την ίδια την αστική τάξη και το κράτος της, πριν καν εμφανιστούν «κόμματα της αριστεράς», «κομμουνιστική κοσμοθεωρία», «υπαρκτός σοσιαλισμός» και μάλιστα όχι από τον περασμένο, αλλά ακόμα και από τον προπερασμένο αιώνα. Εδώ ο Αρχιεπίσκοπος μάς καλεί ουσιαστικά να επιστρέψουμε στην περίοδο πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, στο Μεσαίωνα δηλαδή, όταν η Εκκλησία συνιστούσε οργανικό θεσμό της φεουδαρχικής κοινωνίας, όπου η θρησκεία ήταν η κυρίαρχη μορφή στην κοινωνική συνείδηση και όπου ο μεγαλύτερος θεσμικός γαιοκτήμονας στην κοινωνία ήταν η Εκκλησία (ας μην ξεχνάμε ότι και στην ύστερη Αρχαιότητα, η τότε χριστιανική εκκλησία ήταν, μεταξύ άλλων, και ο μεγαλύτερος θεσμικός δουλοκτήτης μετά από το ίδιο το ρωμαϊκό κράτος). Καλείται, δηλαδή, η κοινωνία να κινηθεί προς τα πίσω. Αυτή είναι η ουσία του επιχειρήματος.

Ολα αυτά διατυπώνονται τη στιγμή που ο Αρχιεπίσκοπος διακηρύττει ότι η «φύση της Εκκλησίας» έγκειται στην «αγαπητική κοινωνικότητα και κινητικότητα τόσο στην κάθετη όσο και στην οριζόντια διάστασή της» (σελ. 5 της Εισήγησης), καθώς και ότι «αυτή η αγαπητική πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία δεν χωράει διακρίσεις, ούτε υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό» (Ο.π., σελ. 6). Αγάπη χωρίς όρια, απεριόριστη, αυτή είναι λοιπόν η φύση της Εκκλησίας! Δεν προκύπτει, ωστόσο, κάτι τέτοιο από το κήρυγμα του Αρχιεπισκόπου. Αντίθετα, προκύπτει αντιπαλότητα, εχθρότητα, μένος, καλλιέργεια διχασμού ενάντια σε αυτούς που δεν συμφωνούν με το χριστιανικό δόγμα, είτε απλώς θεωρούν ότι η Εκκλησία πρέπει να είναι σαφώς διαχωρισμένη από το κράτος, την Εκπαίδευση, τις δημόσιες τελετές κ.ο.κ. Η αγάπη της ανώτατης ιεραρχίας μάλλον, τελικά, έχει και κάποιους περιορισμούς…

Παρακάτω: Επιχειρείται από τον Αρχιεπίσκοπο μια τεχνητή ανιστόρητη και απατηλή ταύτιση μεταξύ μαρξισμού και αστικού κοσμοπολιτισμού. Τι ακριβώς θέλει να πει ο επικεφαλής της Εκκλησίας της Ελλάδας; Οτι το Κομμουνιστικό Κόμμα συμφωνεί με τις «ντιρεκτίβες» της «Νέας Τάξεως» και του «νεοφιλελευθερισμού» ή υποτάσσεται σ’ αυτές; Δεν έχει ακούσει άραγε τίποτα για αγώνες, θυσίες, κινητοποιήσεις, δράση δεκαετιών των κομμουνιστών ενάντια στον καπιταλισμό, την κάθε είδους (και εθνική) καταπίεση, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο; Δεν πληροφορείται για τη συνεχή καθημερινή δραστηριότητα αυτού του κόμματος ενάντια στα αντιλαϊκά μέτρα, ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους, ενάντια στην καταπίεση λαών και εργαζομένων όπου Γης; Προφανώς έχει ακούσει και προφανώς πληροφορείται για όλα αυτά, όπως επίσης και προφανώς γνωρίζει πολύ καλά τη σαφή διαφορά μεταξύ κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας και δράσης, από τη μια μεριά, και μιας ορισμένης αστικής αντίληψης περί γενικώς «αριστεράς» ως ιδεολογικού και πολιτικού συνονθυλεύματος (λ.χ. ΣΥΡΙΖΑ), από την άλλη. Να υποθέσουμε ότι έχει κι αυτός τους λόγους του για να τα μπερδεύει όλα αυτά, καλλιεργώντας σύγχυση;

Η επιλεκτική ιστορική μνήμη δεν βοηθά

Σε άλλο σημείο της «Εισηγήσεως» προς τη ΔΙΣ, αναφέρεται ότι υπάρχει μια κάποιου είδους «ιστορική μεροληψία» απέναντι στο ρόλο της Εκκλησίας σε μια σειρά γεγονότα στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Ομως, είναι αλήθεια ότι η στάση της πλειοψηφίας της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας δεν υπήρξε άμεμπτη ή φιλολαϊκή σε περιόδους όπως λ.χ. η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, η Κατοχή και ο Εμφύλιος Πόλεμος, το μετεμφυλιακό κράτος, η δικτατορία της 21ης Απριλίου, σε αντίθεση, μάλιστα, ιδιαίτερα την περίοδο της Κατοχής, με μεγάλο τμήμα του λαϊκού κλήρου που αντιστάθηκε στον κατακτητή μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, κύριος αιμοδότης και καθοδηγητής του οποίου υπήρξε το ΚΚΕ. Δεν είναι μεροληψία αν λες την αλήθεια, αντίθετα μεροληψία είναι, σε αυτή την περίπτωση, να μην κάνεις αντικειμενική κριτική και αυτοκριτική. Ας θυμηθούμε μόνο τα παράσημα με τα οποία τίμησε η Ιερά Σύνοδος την ηγεσία της δικτατορίας του ’67.

Γίνεται εκτενής αναφορά στην Εισήγηση του Αρχιεπισκόπου σχετικά με την πολιτική του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους απέναντι στην Εκκλησία, τα μέτρα δήμευσης μέρους της εκκλησιαστικής περιουσίας και των μοναστηριών επί Οθωνα, τις ρυθμίσεις και νόμους του Μάουρερ, την αποκοπή απ’ το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης κι αυτά επιχειρείται να συνδεθούν αποκλειστικά με σκοτεινά σχέδια των ξένων απέναντι στο έθνος και την πίστη του εκείνη την εποχή. Εδώ πρέπει να ειπωθεί ότι η καταπιεστική, αντιλαϊκή δυναστεία των Βίτελσμπαχ, η «βαυαροκρατία», όσο κι αν είχε φυσικά και άλλα κίνητρα, που συνδέονταν με τα συμφέροντα εξωτερικών δυνάμεων, προώθησε ορισμένα μέτρα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη δήμευση μέρους της εκκλησιαστικής περιουσίας ή την αυτοκεφαλία της ελληνικής Εκκλησίας, τα οποία εντάσσονταν τότε σε μια αναγκαία πλευρά της διαδικασίας του αστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας μετά την εθνικοαπελευθερωτική αστική επανάσταση, όπου ο σύγχρονος αστικός εκσυγχρονισμός και κρατικός συγκεντρωτισμός θεωρήθηκε απαραίτητο να αντικαταστήσει την οθωμανική δόμηση της κοινωνίας και του κράτους. Εξάλλου, η Εκκλησία δεν έχει πολλούς και πειστικούς λόγους να παραπονιέται γι’ αυτό, αφού διατήρησε μια θεσμική θέση μέσα στο κράτος, συντηρούμενη από αυτό (δηλαδή από τον ελληνικό λαό), σε αντίθεση με άλλες χώρες που συντελέστηκαν παρόμοιες διαδικασίες. Σημαντικό μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας, που διεκδικεί ακόμη και σήμερα η ηγεσία της Εκκλησίας, βασίζεται σε χρυσόβουλα βυζαντινών αυτοκρατόρων και οθωμανικές ρυθμίσεις για βακουφική γη επί τουρκοκρατίας, ως κληρονομιά μιας εποχής και μιας εξουσίας που ο ελληνικός λαός ανέτρεψε με επανάσταση. Σε ό,τι αφορά επίσης το ιστορικό παρελθόν της Εκκλησίας, ο ανώτατος κλήρος τείνει να ταυτίζει το αστικό κράτος με το ελληνικό έθνος. Εδώ πρέπει να ειπωθεί ότι το «ρουμ μιλλέτ» (ρωμαίικο γένος) δεν ταυτίζεται με το ελληνικό έθνος. Συνιστά, βέβαια, μια από τις ιστορικές προϋποθέσεις του, αλλά το ελληνικό έθνος και ιδιαίτερα η αστική τάξη βγήκε στο προσκήνιο όταν σταμάτησε να αυτοπροσδιορίζεται αποκλειστικά θρησκευτικά, μέσα στο πλαίσιο του οθωμανικού συστήματος διοίκησης, και άρχισε να εμφορείται και από τις νεότερες κοσμικές αντιλήψεις που συνδέονται πρώτα – πρώτα με το Διαφωτισμό και κατόπιν με τη Γαλλική Επανάσταση.

Στο τελευταίο συμπυκνώνεται εν πολλοίς το πρόβλημα που συνιστούν οι τελευταίες επίσημες τοποθετήσεις της ηγεσίας της ελληνικής Εκκλησίας. Ουσιαστικά, καλείται η κοινωνία να επιστρέψει σε εποχές που προηγούνται ακόμη και του Διαφωτισμού. Οταν διατυπώνεται η άποψη ότι οι αντιλήψεις περί διαχωρισμού Εκκλησίας – κράτους «γεννήθηκαν κάτω από μισαλλόδοξο αντιθρησκευτικό (…) πνεύμα, που δεν συμβιβάζεται με τις σημερινές κοινωνικές, πολιτειακές και θρησκευτικές αντιλήψεις», ουσιαστικά επιχειρείται να αναιρεθεί όλη η σύγχρονη εποχή. Γι’ αυτό και τέτοιου είδους τοποθετήσεις είναι ξεκάθαρα αντιδραστικές και αντικειμενικά επιχειρούν να καλλιεργήσουν το διχασμό και τη διαίρεση μεταξύ πιστών και μη πιστών στην ελληνική κοινωνία, κάτι που σίγουρα δεν συνάδει με τις διακηρύξεις περί αγάπης μεταξύ των ανθρώπων, που προβάλλει η ηγεσία της Εκκλησίας.

Η θέση για διαχωρισμό του κράτους από την Εκκλησία και της Εκπαίδευσης από τη θρησκεία (κι όχι η επιλογή απλώς να αλλάξει ο τρόπος διδασκαλίας, με ομολογημένο σκοπό να γίνει πιο δραστικός ο μεταφυσικός θρησκευτικός προσηλυτισμός των παιδιών, όπως ουσιαστικά προτείνει, υπόγεια και πονηρά, η εκδοχή του «αριστερού» υπουργείου Παιδείας) συνιστά ένα από τα θεμέλια της σύγχρονης εποχής, της εποχής του καπιταλισμού και, ως πραγματικότητα, αποτελεί ένα κεκτημένο και για την επόμενη φάση ανάπτυξης της ανθρωπότητας, το σοσιαλισμό – κομμουνισμό. Βεβαίως, στη σημερινή εποχή παρακμής και σήψης του καπιταλιστικού σχηματισμού, τίποτε δεν είναι δεδομένο, αφού ο καπιταλισμός αρνείται και αποκηρύσσει το ίδιο το παρελθόν του, την προοδευτική φάση της Ιστορίας του, δείχνοντας ότι αποχωρίζεται πια από την ίδια την εργαζόμενη ανθρωπότητα, γίνεται αποκλειστικά ένας παρασιτικός, σάπιος οργανισμός, που απομυζά την κοινωνία. Το κάλεσμα για επιστροφή στο πιο σκοτεινό ιστορικό παρελθόν δεν περιορίζεται μόνο στη χώρα μας, επιχειρείται σε πολλά μέρη του κόσμου, με διάφορα ονόματα, συνθήματα και τρόπους και ανεξάρτητα απ’ το πλειοψηφούν θρησκευτικό δόγμα σε κάθε χώρα ή περιοχή. Πρόκειται για «σημεία των καιρών», που συνοδεύουν την παρακμή του καπιταλισμού.

Οσον αφορά την ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδας, κατά τη γνώμη μας, καλό θα είναι να μην ταυτιστεί απόλυτα με πολιτικές επιλογές που επιχειρούν να υποτάξουν και να διχάσουν τους εργαζόμενους, για να εξυπηρετήσουν τη βαρβαρότητα του παρακμάζοντος καπιταλισμού της εποχής μας. Να μη δεχτεί ν’ αναλάβει το κήρυγμα για επιστροφή στο Μεσαίωνα και τη μισαλλοδοξία. Σε κάθε περίπτωση, το ΚΚΕ θα συνεχίσει να υποστηρίζει με ιδεολογικά – πολιτικά επιχειρήματα την άποψή του και να αγωνίζεται για το διαχωρισμό κράτους – Εκκλησίας. Θα συνεχίσει να αντιπαλεύει σταθερά τόσο τον αστικό εθνικισμό όσο και τον κοσμοπολιτισμό, που αποτελούν τις δύο όψεις της ιδεολογίας της άρχουσας τάξης, δηλαδή της ιδεολογίας των οδυνηρά εγκόσμιων αφεντικών – καπιταλιστών.

Αποστόλης ΧΑΡΙΣΗΣ
Μόνιμος συνεργάτης της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ
Advertisements