Το ανέκδοτο της «δίκαιης ανάπτυξης»

Το παραμύθι είναι πολύ παλιό. Κυκλοφόρησε από τις προηγούμενες αστικές κυβερνήσεις σε διαφορετικές εκδόσεις με πλήθος προπαγανδιστικών τίτλων όπως «Ισχυρή Ελλάδα», «Επανίδρυση του κράτους», «Success Story» κ.ά. Ο βασικός πυρήνας της αφήγησης των αστικών κυβερνήσεων είναι στην ουσία ο ίδιος: Πάντοτε ο λαός καλείται άμεσα να κάνει θυσίες, με την υπόσχεση ότι αυτές θα είναι προσωρινές και θα συμβάλουν στην αύξηση των κερδών των μονοπωλιακών ομίλων. Η αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, στη συνέχεια, θα διασφαλίσει την ευημερία των μισθωτών και των αυτοαπασχολούμενων στο ορατό μέλλον.

Παρότι το παραμύθι της άρχουσα τάξης είναι παλιό, η νέα αφήγηση από τον σημερινό πρωθυπουργό παίρνει εύκολα το πρώτο βραβείο θράσους και πολιτικής εξαπάτησης. «Γυρίζουμε σελίδα», βεβαιώνει ο Τσίπρας. Προχωράμε στη «δίκαιη ανάπτυξη», όπου τα οφέλη διαχέονται τάχα σε όλη την κοινωνία και τα βάρη κατανέμονται αναλογικά στα διαφορετικά εισοδήματα. Με τη νέα θαυματουργή πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, τα συμφέροντα του κεφαλαίου θα συμβαδίζουν πλέον με τα συμφέροντα των θυμάτων του. Οι νομοτέλειες της καπιταλιστικής οικονομίας θα καταργηθούν. Η ανάγκη του κεφαλαίου να αυξάνει το βαθμό εκμετάλλευσης, να ξεζουμίζει την εργατική τάξη για να αυξάνει τα κέρδη του θα ανήκει στο παρελθόν.

Χάρη στις έξυπνες, πρωτότυπες λύσεις του ΣΥΡΙΖΑ όπως τα νέα αναπτυξιακά κίνητρα, η έμφαση στην καινοτομία και την εξωστρέφεια των επιχειρήσεων, η μεταρρύθμιση του φορολογικού και του ασφαλιστικού συστήματος, έρχεται επιτέλους η ανάπτυξη για όλους, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους.

Η νέα κυβερνητική προπαγάνδα προσφέρεται για να γελάσει κάθε πικραμένος. Ομως οι τραγικές συνέπειες της πολιτικής δεν αφήνουν περιθώριο για γέλια.

Η πραγματικότητα των τεράστιων απωλειών του λαού

Οι εργάτες, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι φτωχοί αγρότες μετρούν μεγάλες, αιματηρές απώλειες από την αρχή της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα. Ο μέσος μισθωτός, πριν από τη φορολογία του εισοδήματός του έχει χάσει πάνω από το 25% της αγοραστικής δύναμης που είχε το 2009. Ο κατώτερος μισθός έχει ήδη κατέβει στα 586 ευρώ μεικτά από τα 751 ευρώ πριν το 2012.

Ο ένας στους δύο Ελληνες οφείλει πλέον στην εφορία. Μέσα στο πρώτο φετινό τετράμηνο, τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία αυξήθηκαν κατά 4,33 δισ. ευρώ. Από τους 137 χιλιάδες που είχαν ενταχθεί στη ρύθμιση των 100 δόσεων, οι 54 χιλιάδες δεν μπορούν πλέον να ανταποκριθούν. Αντίστοιχα, διογκώθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη ΔΕΗ και έφτασαν τα 2,7 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2016.

Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν οδήγησε σε ανάκτηση ενός μέρους των προηγούμενων απωλειών, αλλά φόρτωσε και φορτώνει το λαό με ασήκωτα νέα βάρη. Η ανάπτυξη των άδικων έμμεσων φόρων (ιδιαίτερα του ΦΠΑ), η μείωση του αφορολόγητου ορίου, η διατήρηση του ΕΝΦΙΑ, η μείωση των επικουρικών συντάξεων, η σφαγή των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων είναι η πρώτη γεύση από τη νέα «αριστερή» διαχείριση.

Την ίδια περίοδο, είχαμε έξοδο από τη χώρα χρηματικού κεφαλαίου 140 δισ. ευρώ και οι εφοπλιστές πληρώνουν για ετήσιους φόρους τα ναύλα 2 – 3 ημερών. Συνολικά, το μονοπωλιακό κεφάλαιο συνεισφέρει λιγότερα από 5% στα ετήσια φορολογικά έσοδα.

Επομένως, ο λαός πρέπει να κρίνει κάθε νέα αστική αναπτυξιακή πολιτική με κριτήριο την ανάκτηση των μεγάλων απωλειών του και κυρίως την απαίτηση ικανοποίησης των αναγκών του, που θυσιάζονται συνεχώς στο βωμό του καπιταλιστικού κέρδους.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ καλεί το λαό, που σήκωσε τα βάρη της κρίσης, να αποδεχθεί να σφαγιασθεί ακόμα περισσότερο, για να ανακάμψουν τα κέρδη των μονοπωλιακών ομίλων. Η νέα σελίδα της πολιτικής της περιλαμβάνει νέα σκληρά χτυπήματα του εισοδήματος των μισθωτών, επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων, διευκόλυνση των ομαδικών απολύσεων, επιτάχυνση της «απελευθέρωσης» τομέων της οικονομίας και των ιδιωτικοποιήσεων.

Η κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης δεν αποτελεί αναγκαστική υποχώρηση της κυβέρνησης στις εξωτερικές πιέσεις της τρόικας, όπως ισχυρίζεται ο Αλ. Τσίπρας. Στην ίδια κατεύθυνση με τους εκπροσώπους της ΕΕ και του ΔΝΤ κινούνται οι απαιτήσεις του ΣΕΒ για τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και για νέες φοροελαφρύνσεις των κερδών του κεφαλαίου.

Η πολιτική της ΕΕ για την ανταγωνιστικότητα

Η συγκεκριμένη πολιτική δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία. Οι βασικές κατευθύνσεις της εφαρμόζονται σ’ όλα τα κράτη – μέλη της ΕΕ και αποτυπώνονται στη «Στρατηγική Ευρώπη 2020». Χαράχτηκαν πολύ πριν από τη διεθνή καπιταλιστική κρίση του 2009 και δεν αφορούν μόνο τα υπερχρεωμένα κράτη.

Πρόκειται για κατευθύνσεις που έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν φθηνή εργατική δύναμη και νέα πεδία για επένδυση με ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους για το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο. Η αδυναμία ελεγχόμενης απαξίωσης του μεγάλου μεγέθους υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου αυξάνει σήμερα τη δυσκολία της αστικής διαχείρισης. Η χρεοκοπία αστικών κρατών και μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών δεν είναι μια εύκολη, απλή επιλογή για την αστική πολιτική.

Σ’ αυτήν τη συγκυρία, η αστική επίθεση, για να θωρακιστούν η κερδοφορία και η ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου, αποτελεί μονόδρομο για το σύστημα. Δεν είναι μια αυθαίρετη, δογματική επιλογή του Γερμανού υπουργού Σόιμπλε. Γι’ αυτό και στην κατεδάφιση των λαϊκών δικαιωμάτων πρωτοστατούν οι σοσιαλδημοκρατικές αστικές κυβερνήσεις Ολαντ της Γαλλίας και Ρέντσι της Ιταλίας, δηλαδή οι πολιτικοί φίλοι του πρωθυπουργού. Και δεν κάνουν πίσω σε μαζικές απεργίες και μαχητικές διαδηλώσεις, όπου βέβαια κυριαρχεί ο ρεφορμιστικός προσανατολισμός, όπως στη Γαλλία.

Η κρατική στήριξη της κερδοφορίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου είναι πολύμορφη, με βασικό στοιχείο την αφαίμαξη του λαϊκού εισοδήματος, για να στηριχθεί αυτή η πολιτική. Ο νέος «αναπτυξιακός νόμος» της κυβέρνησης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Ο νέος «αναπτυξιακός νόμος»

Τα τελευταία 15 χρόνια, η κρατική ενίσχυση των επενδύσεων των ιδιωτικών ομίλων έφτασε τα 12 δισ. ευρώ. Το συνολικό ύψος των επενδύσεων έφτασε τα 32 δισ. ευρώ. Η εργατική τάξη γνωρίζει απ’ την ίδια της την πείρα ποιος ωφελήθηκε απ’ αυτό τον πακτωλό των κρατικών ενισχύσεων και απ’ τις επενδύσεις των μονοπωλίων.

Ο αρμόδιος υπουργός, Γ. Σταθάκης, θέλοντας να προβάλει το διαφορετικό στίγμα του νέου «αναπτυξιακού νόμου», ανέφερε ότι η κυβερνητική πολιτική αξιοποιεί το ανθρώπινο δυναμικό, προωθεί την εξωστρέφεια και την καινοτομία, τις μεγάλες «τεχνολογικές τομές στον παραγωγικό ιστό της χώρας». Παράλληλα, τόνισε ότι το κράτος πρέπει να είναι αρωγός στην προσπάθεια του ιδιωτικού τομέα.

Δεν υπάρχει αναπτυξιακό σχέδιο αστικής κυβέρνησης της τελευταίας δεκαπενταετίας που να μην αναφέρεται σ’ αυτούς τους άξονες. Ο ΣΕΒ, το ΕΒΕΑ και όλοι οι αρμόδιοι κρατικοί φορείς έχουν προσδιορίσει πολύ πριν απ’ τον Γ. Σταθάκη τη σημασία αυτών των αξόνων για τα στρατηγικά συμφέροντα του κεφαλαίου.

Πίσω απ’ τη ρητορική για την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, κρύβεται η ατελείωτη αλυσίδα μέτρων που οδηγούν σε φθηνή εργατική δύναμη.

Πίσω απ’ τις διακηρύξεις για αποτελεσματικό κράτος, κρύβεται η μεγαλύτερη φοροαφαίμαξη του λαού και οι περικοπές δαπανών κοινωνικής πολιτικής, για να αυξηθεί η κρατική ενίσχυση των εγχώριων ομίλων και να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των δανειστών.

Η αξιοποίηση της καινοτομίας, για να αυξηθεί η παραγωγικότητα, δεν χρησιμοποιείται στον καπιταλισμό για να βελτιωθεί η θέση των εργαζομένων, αλλά για να αυξηθούν τα κέρδη του κεφαλαίου. Στις ΗΠΑ, που αποτελούν διεθνές πρότυπο στον τομέα της καινοτομίας, μεταξύ του 1973 και του 2013 η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 73%, ενώ το κατώτατο ημερομίσθιο μόλις κατά 9%. Για να αυξηθεί η καπιταλιστική κερδοφορία πρέπει να αυξάνεται η ψαλίδα ανάμεσα στο επίπεδο παραγωγικότητας και το μισθό.

Η χρηματοδότηση προγραμμάτων καινοτομίας για μικρές επιχειρήσεις αφενός αφορά ένα ελάχιστο μέρος του συνόλου τους και αφετέρου αναθέτει σ’ αυτές ένα σημαντικό μέρος του επιχειρηματικού ρίσκου. Οποιες διαμορφώνουν κερδοφόρες πατέντες μπορούν εύκολα να εξαγοραστούν από τους μεγάλους ομίλους.

Η επιμονή στην εξωστρέφεια αποτελεί έμμεση κυβερνητική ομολογία ότι η σκληρή λιτότητα θα μείνει πολλά χρόνια στην εγχώρια αγορά, η οποία έτσι και αλλιώς είναι σχετικά μικρή. Γι’ αυτό και η αύξηση των πωλήσεων πρέπει να αναζητηθεί στο εξωτερικό. Ετσι, ο προσανατολισμός της εγχώριας παραγωγής με γνώμονα το κέρδος μετατοπίζεται και απομακρύνεται ακόμα περισσότερο απ’ την κατεύθυνση κάλυψης εγχώριων βασικών αναγκών.

Πίσω απ’ τις βαρύγδουπες ανακοινώσεις της κυβέρνησης για τα νέα αναπτυξιακά εργαλεία βρίσκεται η προκλητική στήριξη του κεφαλαίου.

Προβλέπονται κυρίως φοροαπαλλαγές αλλά και άμεσες επιδοτήσεις μέχρι και 20 εκατ. ευρώ σε μεγάλες επιχειρήσεις. Η επιδότηση μπορεί να γίνει ακόμα και αν ο ιδιώτης επενδυτής δεν τοποθετεί δικά του κεφάλαια (ίδια κεφάλαια). Επιτρέπεται, φυσικά, στους επιχειρηματικούς ομίλους να τροφοδοτήσουν τις νέες επενδύσεις με τα αφορολόγητα κέρδη του παρελθόντος (μέσα απ’ τα αποθεματικά), την ώρα που ο φοροεισπράκτορας της κυβέρνησης, Τρ. Αλεξιάδης, σηκώνει τη σημαία κατά της φοροδιαφυγής. Για τις μεγάλες στρατηγικές επενδύσεις προβλέπει σταθερό φορολογικό πλαίσιο στα σημερινά επίπεδα για τα επόμενα 12 χρόνια, που μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε νέα μείωση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης του κεφαλαίου την επόμενη περίοδο.

Την ίδια ώρα, ο νόμος προωθεί τις συνέργειες ενός ελάχιστου τμήματος των μικρών επιχειρήσεων, αφήνοντας βέβαια εκτός τη μεγάλη πλειοψηφία τους. Ο στόχος είναι η μεγέθυνση του κεφαλαίου των επιχειρήσεων που θα παραμείνουν ζωντανές τα επόμενα χρόνια.

Αξίζει, τέλος, να επισημάνουμε ότι με βάση τα μεγέθη που παρουσιάζει η ίδια η κυβέρνηση και το αναιμικό αναπτυξιακό πακέτο χρηματοδότησης, 3,6 δισ. ευρώ, η πρόβλεψη για γρήγορη και σημαντική ανάκαμψη είναι ατεκμηρίωτη και αβέβαιη. Μια απλή ματιά στην επιβράδυνση της διεθνούς οικονομίας, στην κατάσταση της Ευρωζώνης, στην αύξηση της ανισομετρίας στην ανάπτυξη των κρίκων της ΕΕ και στην πορεία της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής είναι αρκετή για να αμφιβάλλουμε.

Η στήριξη της αστικής τάξης στον ΣΥΡΙΖΑ

Η στήριξη των βασικών κατευθύνσεων της κυβερνητικής πολιτικής από τους βασικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης και ιδιαίτερα τον ΣΕΒ αποτελεί μια ακόμα απόδειξη για το αντιλαϊκό πρόσημο της κυβερνητικής πολιτικής. Οι όποιες κριτικές παρατηρήσεις τους αφορούν στην απαίτηση επιτάχυνσης της εφαρμογής των αντεργατικών αναδιαρθρώσεων.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ εξυπηρετεί πολλαπλά τα συμφέροντα του κεφαλαίου αυτήν την περίοδο. Προωθεί τα σκληρά αντεργατικά μέτρα με πολύ μικρότερη λαϊκή αντίσταση απ’ αυτήν που θα συναντούσε μια κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ. Συμβάλλει στον αφοπλισμό του συνδικαλιστικού κινήματος, όχι μόνο με τη δράση του κυβερνητικού συνδικαλισμού, αλλά και με την απογοήτευση ανώριμων τμημάτων εργαζομένων. Τμημάτων, που, αφού παρασύρθηκαν απ’ το εμπόριο κάλπικης ελπίδας του ΣΥΡΙΖΑ της προηγούμενης περιόδου, τώρα οδηγούνται στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική πολιτική λύση.

Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ διασφαλίζει τον αναγκαίο χρόνο για την αναμόρφωση και την παραπέρα θωράκιση του αστικού πολιτικού συστήματος και τον εκσυγχρονισμό του αστικού κράτους, ώστε να γίνει πιο αποτελεσματικό στην προώθηση της αστικής στρατηγικής (π.χ. διεργασίες για το αστικό σύνταγμα, τον εκλογικό νόμο κ.λπ.).

Στους εγχώριους και ξένους μονοπωλιακούς ομίλους, επίσης, διασφαλίζει προκλητικούς προνομιακούς όρους για την αξιοποίηση της κρατικής περιουσίας (π.χ. Ελληνικό, περιφερειακά αεροδρόμια).

Τέλος, πολύτιμη για το σύστημα είναι η συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ στο να εγκλωβιστεί ο λαός στην επιλογή τού δήθεν μικρότερου κακού. Η κυβέρνηση καλεί συνεχώς το λαό να συγκρίνει τα πλήγματα που δέχτηκε απ’ την δική της πολιτική, σε σχέση με εκείνα απ’ τις κυβερνήσεις ΝΔ – ΠΑΣΟΚ. Συσκοτίζει το γεγονός ότι όχι μόνο αποδέχτηκε όλους τους αντιλαϊκούς νόμους και τα μέτρα των προηγούμενων, αλλά συνέχισε να φορτώνει στο λαό νέα, ασήκωτα βάρη.

Στις σημερινές συνθήκες επομένως, ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την κατάλληλη αστική επιλογή, για να προχωρήσει η βρώμικη δουλειά της ισοπέδωσης των λαϊκών δικαιωμάτων.

Η καλύτερη άμυνα είναι η αντεπίθεση…

Για όλους αυτούς τους λόγους, η «δίκαιη ανάπτυξη» μέσα στο σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, αποτελεί ένα από τα πιο σύντομα ανέκδοτα.

Ηδη από το 19ο αιώνα, ο Μαρξ προειδοποιούσε την εργατική τάξη για το πόσο απατηλό και συντηρητικό ήταν το σύνθημα: «Ενα δίκαιο μεροκάματο για μία δίκαιη εργατική μέρα». Το 1865 καλούσε ανοιχτά τους εργάτες να βαδίσουν γράφοντας στη σημαία τους το επαναστατικό σύνθημα: «Κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας».

Από τότε πέρασε πολύς χρόνος. Η πλούσια διεθνής και ελληνική πείρα επιβεβαίωσε ότι καμιά αστική κυβέρνηση δεν μπορεί να εξανθρωπίσει τον καπιταλισμό. Καθώς σαπίζει ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, θα γίνεται όλο και πιο βάρβαρος, όλο και πιο αντιδραστικός.

Το ζητούμενο για τους εργάτες, τα φτωχά λαϊκά στρώματα, είναι να οργανώσουν γρήγορα και αποφασιστικά την αντεπίθεσή τους. Σημαδεύοντας τον πραγματικό αντίπαλο, που φράζει το δρόμο για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες τους, δηλαδή την εξουσία του κεφαλαίου.

Με αφετηρία την απαίτηση για άμεση ανάκτηση των μεγάλων απωλειών του λαού την περίοδο της κρίσης (π.χ. την άμεση αποκατάσταση του κατώτερου μισθού στα 751 ευρώ), πρέπει και μπορούν να οργανωθούν μαζικοί, μαχητικοί αγώνες σε αντιμονοπωλιακή – αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Αγώνες με ριζοσπαστικούς στόχους πάλης που θα φωτίζουν την ανάγκη αποφασιστικής σύγκρουσης με την πολιτική και την εξουσία των μονοπωλίων (π.χ. για την κατάργηση της εμπορευματοποίησης στην Κοινωνική Ασφάλιση, στην Υγεία, στην Παιδεία).

Μόνο η οργάνωση της εργατικής λαϊκής αντεπίθεσης μπορεί να ανακόψει και να ανατρέψει τις νέες δέσμες αντιλαϊκών μέτρων, που έρχονται καλυμμένες με το μανδύα της «δίκαιης ανάπτυξης». Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, οι δυνάμεις του ΚΚΕ θα δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους το επόμενο διάστημα.

Του Μάκη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*
*Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος της Ιδεολογικής Επιτροπής και του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ
Advertisements