Η νέα φοροαφαίμαξη από τον ΣΥΡΙΖΑ

Ο Αλ. Τσίπρας μάλλον θεωρεί τους εργαζόμενους παντελώς ηλίθιους. Με κανέναν άλλον τρόπο δεν μπορεί να εξηγήσει κανείς την τοποθέτησή του πως το νέο Φορολογικό έγινε «με γνώμονα τη δικαιότερη κατανομή των βαρών». Οι νέες φορολογικές διατάξεις που ψηφίστηκαν την προηγούμενη Κυριακή, μαζί με τον αντιασφαλιστικό Αρμαγεδδώνα αποτελούν έναν ακόμα κρίκο της αντιλαϊκής επίθεσης ΕΕ – άρχουσας τάξης, που κλιμακώνεται την τελευταία εξαετία, έχοντας οδηγήσει σε δραματικές μειώσεις στους μισθούς των εργαζομένων, σε κύματα απολύσεων στο Δημόσιο, σε μεγάλες περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες του κράτους αλλά και σε τεράστια αύξηση της φορολογίας των λαϊκών στρωμάτων. Ας θυμηθούμε τη δραστική περικοπή του αφορολόγητου και την κατάργησή του για τους αυτοαπασχολούμενους, την εξοντωτική κλίμακα φορολογίας εισοδήματος αλλά και την τεράστια αύξηση των έμμεσων φόρων, αποκορύφωμα των οποίων ήταν ο ΦΠΑ του 23%.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση, αποκαλύπτοντας τον ταξικό χαρακτήρα της, ετοιμάζει το νέο «αναπτυξιακό νόμο» που προβλέπει δισεκατομμύρια ευρώ ενισχύσεων και φοροαπαλλαγών για τους μονοπωλιακούς ομίλους, όπως και την επιθετική προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων γης και επιχειρήσεων, με μοναδικό στόχο την ανάκαμψη και ενίσχυση της κερδοφορίας τους.

Τα νέα φορολογικά μέτρα

Οι νέοι, πρόσθετοι άμεσοι φόροι που ψήφισε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ οδηγούν σε επιπλέον φοροαφαίμαξη των λαϊκών στρωμάτων συνολικού ύψους 1,8 δισ. ευρώ, αφού το μεγάλο κεφάλαιο παραμένει στο απυρόβλητο. Ο περιορισμός του αφορολόγητου στα 8.600 ευρώ και η αύξηση της κλίμακας φορολόγησης μεταφράζονται σε αυξήσεις φόρου που θα φτάσουν έως και 100% για τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Ενδεικτικά, ένας εργαζόμενος με φορολογητέο εισόδημα 10.000 ευρώ, θα κληθεί να πληρώσει 200 ευρώ περισσότερο άμεσο φόρο το 2016 σε σχέση με το 2015 (από 100 ευρώ το 2015, σε 300 ευρώ το 2016). Για εισοδήματα από 9.500 μέχρι 25.000 ευρώ ετησίως, τα μέτρα …φορολογικής δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ μεταφράζονται σε 200 ευρώ επιπλέον φόρο. Η δικαιότερη κατανομή των βαρών του ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ως κατέχοντα ακόμα και έναν εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα που αμείβεται με 633 ευρώ μηνιαίως…

Η σφαγή στα εισοδήματα των εργαζομένων συνεχίζεται με νέες αυξήσεις στους έμμεσους φόρους, που η κυβέρνηση φέρνει προς νομοθέτηση το επόμενο διάστημα. Το «πακέτο φόρων», συνολικού ύψους 1,8 δισ. ευρώ, περιλαμβάνει νέα αύξηση στο ΦΠΑ στο 24%, αυξήσεις στους φόρους στα καύσιμα και μια σειρά νέους ειδικούς φόρους, απ’ τα ηλεκτρονικά τσιγάρα μέχρι τη συνδρομητική τηλεόραση. Μόνο το νέο πακέτο έμμεσων φόρων επιβαρύνει τη μέση τετραμελή οικογένεια, κατά μέσο όρο, με 700 ευρώ ετησίως.

Ο «δημοσιονομικός κόφτης» και το επιχείρημα της ανάπτυξης

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει γιατί η «συμφωνία έκλεισε χωρίς νέα μέτρα». Εμφανίζει ως νίκη πως δεν ψήφισε στη Βουλή το πακέτο των «προληπτικών» νέων μέτρων ύψους 3,5 δισ. ευρώ. Αντί γι’ αυτά φέρνει τον λεγόμενο «δημοσιονομικό κόφτη», που προβλέπει πως σε τακτά χρονικά διαστήματα θα εξετάζεται η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας σε σχέση με τους στόχους που έχουν τεθεί. Αν το αποτέλεσμα υπολείπεται σε σχέση με τους στόχους, τότε χωρίς να απαιτείται ψήφιση κάποιων μέτρων στη Βουλή, απλά με ένα Προεδρικό Διάταγμα, οι δαπάνες του υπουργείου που δεν «πιάνει τους στόχους», μέσα σ’ αυτές μισθοί, συντάξεις και κοινωνικές δαπάνες, θα περικόπτονται αυτόματα ώστε να επιτυγχάνεται αυτόματα ο δημοσιονομικός στόχος. Για παράδειγμα, αν μέσα στο 2018, το πρωτογενές αποτέλεσμα του προϋπολογισμού υπολείπεται του 3,5% του ΑΕΠ – αυξημένο δηλαδή κατά περίπου 6 δισ. ευρώ σε σχέση με το αποτέλεσμα του 2015 και κατά 4 δισ. ευρώ σε σχέση με το αποτέλεσμα του 2016 – τότε οι δαπάνες των υπουργείων για μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές παροχές θα περικόπτονται αυτόματα, με ένα απλό ΠΔ.

Το βασικό κυβερνητικό επιχείρημα είναι πως ο «κόφτης» δεν θα χρειαστεί, αφού η οικονομία θα μπει σε ανάπτυξη και οι δημοσιονομικοί στόχοι θα επιτευχθούν.

Στην ουσία, το επιχείρημα λέει πως δεν θα χρειαστούν άλλα μέτρα γιατί η κυβέρνηση θα τα πάρει απ’ τους εργαζόμενους με τα υφιστάμενα… Πως οι εργαζόμενοι θα ματώσουν τόσο ώστε να προκύψει ένα πλεόνασμα 6 δισ. ευρώ επιπλέον απ’ την κατάσταση του 2015. Λέει δηλαδή πως για την επίτευξη του στόχου για μόνιμο και διαρκές πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% ετησίως αρκούν τα νέα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα που έχει ήδη πάρει. Προσπαθεί να ρίξει στάχτη στα μάτια των εργαζομένων, να συγκαλύψει ποιος πληρώνει και ποιος ωφελείται απ’ τα πρωτογενή πλεονάσματα. Γιατί τα φορολογικά βάρη πέφτουν στις πλάτες των εργαζομένων και τα πλεονάσματα αξιοποιούνται για τη χρηματοδότηση των μονοπωλιακών ομίλων.

Συγχρόνως, η πρόβλεψη για ταχεία και μεγάλη ανάκαμψη της οικονομίας, που θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του πλεονάσματος, είναι τουλάχιστον στον …αέρα. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνηγορούν σε μια τέτοια δυναμική της ελληνικής οικονομίας την επόμενη περίοδο, ειδικά αν συνυπολογίσει κανείς τον αβέβαιο χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάκαμψης της διεθνούς οικονομίας.

Σε κάθε περίπτωση, είναι αποπροσανατολιστικό το επιχείρημα πως η καπιταλιστική ανάπτυξη θα ωφελήσει και τους εργαζόμενους, που θα δουν κάποια ελάφρυνση και άρα πρέπει να συνταχθούν με το στόχο αυτής της ανάπτυξης.

Η πρόσφατη πείρα των εργαζομένων στον κλάδο του τουρισμού δείχνει πως το επιχείρημα αυτό απλά δεν ισχύει. Το 2015 ήταν, για τον τουρισμό, έτος εξαιρετικής επιτυχίας, με ρεκόρ διανυκτερεύσεων. Παρά τις αναπτυξιακές επιδόσεις στον κλάδο, οι μισθοί και οι εργασιακές σχέσεις δεν βελτιώθηκαν καθόλου, γενικότερα η κατάσταση των εργαζομένων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός κοριτσιού 19 χρόνων που πέθανε από την εξάντληση μέσα σε ένα απ’ αυτά τα ξενοδοχεία που σημείωσαν ρεκόρ αφίξεων.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν λύνει τα προβλήματα των εργαζομένων. Τα μονοπώλια απαιτούν αυξημένα κέρδη για να προχωρήσουν σε επενδύσεις και τα κέρδη αυτά πατάνε πάνω στην πολιτική φθηνής εργατικής δύναμης, στην Ελλάδα, στην ΕΕ και σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο. Η νέα φάση της ανάπτυξης δεν σηματοδοτεί θετική εξέλιξη για τους εργαζόμενους.

Αυτό άλλωστε αντανακλάται και στις θέσεις της κυβέρνησης, που δήλωσε πως τα κεφάλαια απ’ τη νέα δόση θα χρησιμοποιηθούν για να αποπληρωθούν οι οφειλές του Δημοσίου, δηλαδή θα πάνε στις τσέπες των μονοπωλιακών ομίλων στους οποίους «χρωστά το Δημόσιο». Αντί για οποιαδήποτε ελάφρυνση των λαϊκών οικογενειών, η σημερινή αστική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, στην ίδια γραμμή με όλες τις προηγούμενες, θα δώσει πολλά νέα δισ. ευρώ στα πολιτικά αφεντικά της, στους μονοπωλιακούς ομίλους.

Συγχρόνως, οι κεντρικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για το αμέσως επόμενο διάστημα είναι ο νέος «αναπτυξιακός νόμος», που περιλαμβάνει νέες φοροελαφρύνσεις για το μεγάλο κεφάλαιο, η κατανομή των κονδυλίων του νέου ΕΣΠΑ, η μερίδα του λέοντος απ’ το οποίο κατευθύνεται σε «μεγάλα έργα», δηλαδή πάει στις τσέπες του μεγάλου κεφαλαίου, και η προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, που οδηγούν σε αυξημένη κερδοφορία των μονοπωλιακών ομίλων που θα «επενδύσουν» στην κρατική περιουσία, σε βάρος της λαϊκής οικογένειας, η οποία θα κληθεί να χρυσοπληρώνει το ρεύμα, το νερό, τις μεταφορές, τα πλοία αλλά και την Υγεία και την Παιδεία.

Η προκλητική στάση της κυβέρνησης

Το μεγάλο κεφάλαιο σήμερα καταβάλλει μόλις 2 δισ. ευρώ φόρους απ’ το σύνολο των 50 δισ. ευρώ, δηλαδή μόλις το 5% του συνόλου των φορολογικών εσόδων. Την ίδια στιγμή, τα καθαρά κέρδη του κεφαλαίου εκτιμώνται απ’ την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε περισσότερα από 35 δισ. ευρώ και τα μεικτά κέρδη σε περισσότερα από 65 δισ. ευρώ. Το μεγάλο κεφάλαιο ουσιαστικά απαλλάσσεται απ’ την καταβολή φόρων, με μια ευρεία γκάμα από φοροαπαλλακτικές διατάξεις, τη δυνατότητα τριγωνικών συναλλαγών και εξωχώριας φορολόγησης σε φορολογικούς παραδείσους, αλλά και με διάφορα «λογιστικά τερτίπια». Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το εφοπλιστικό κεφάλαιο, τη φορολογία του οποίου διέπει και σήμερα ένα νομοθετικό πλαίσιο, η οικοδόμηση του οποίου ξεκίνησε το 1953 και ολοκληρώθηκε με ένα νόμο της χούντας που περιείχε δεκάδες φοροαπαλλαγές. Βάσει αυτού, οι εφοπλιστές πληρώνουν συνολικούς φόρους λιγότερους από 100 εκατ. ευρώ ετησίως, όταν ο κύκλος εργασιών τους υπερβαίνει τα 10 δισ. ευρώ και όταν επενδύουν σε νέα πλοία συνολικής αξίας άνω των 4 δισ. ευρώ.

Γι’ αυτό είναι προκλητικές οι τοποθετήσεις της κυβέρνησης για τάχα δικαιότερη κατανομή των βαρών. Είναι προκλητική η τοποθέτηση του επίσημου φοροεισπράκτορα της κυβέρνησης, του κ. Αλεξιάδη, όταν δήλωνε στη Βουλή πως οι εφοπλιστές πληρώνουν περισσότερους φόρους. Αλλά δεν μπορεί να κρύψει την κυβερνητική πολιτική στήριξης της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων, όταν επισημαίνει, απ’ το βήμα της Βουλής, τις πιέσεις κύκλων του εξωτερικού που θέλουν την «ελληνική ναυτιλία να επιβαρυνθεί φορολογικά σε εκείνο το επίπεδο, που να μην είναι πλέον ανταγωνιστική». Είναι προκλητικό να σχολιάζουν ως κοινωνική δικαιοσύνη την αύξηση των εισπράξεων από το Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου στα 345 εκατ. ευρώ το 2015 έναντι 300 εκατ. ευρώ το 2014, αφού πρόκειται μόλις για το 0,5% του συνόλου των κρατικών εσόδων. Ο πραγματικός πλούτος στην Ελλάδα δεν φορολογείται. Η φορολογία του κεφαλαίου είναι ελάχιστη και θα μειωθεί περαιτέρω.

Η απάντηση του εργατικού – λαϊκού κινήματος

Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής λογικής, το εργατικό κίνημα προτάσσει ένα ριζοσπαστικό πλαίσιο με άξονα να πληρώσει το μεγάλο κεφάλαιο. Να φορολογηθούν τα κέρδη του κεφαλαίου με ποσοστό 45% καθώς και η αξία κατοχής μετοχών, μεριδίων σε εργοστάσια, σε επιχειρήσεις, σε ομόλογα και σε επενδυτικά προϊόντα, στα πλοία.

Είναι φυσικά αυταπάτη να περιμένει κανείς οποιαδήποτε συνεννόηση με την άρχουσα τάξη, είτε στην κρίση είτε στην ανάπτυξη. Το κράτος είναι αστικό και στοχεύει στη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Στηρίζει την κερδοφορία των μονοπωλιακών ομίλων τσακίζοντας τους υπόλοιπους, θυσιάζοντας τα εργατικά – λαϊκά δικαιώματα στο βωμό των κερδών.

Ο Λένιν, σχολιάζοντας την ανάγκη να βάλει το εργατικό κίνημα ως στόχο πάλης «επαναστατικά υψηλά ποσοστά φορολογίας», έλεγε: «Ο μοναδικός τρόπος να πετύχουμε παραχωρήσεις απ’ την αστική τάξη δεν βρίσκεται (…) στην προσαρμογή στα συμφέροντά της ή στις προλήψεις της, αλλά στην προετοιμασία των επαναστατικών δυνάμεων ενάντιά της. Και όσο μεγαλύτερη μερίδα του λαού πείσουμε (…) και για την ανάγκη να τα κατακτήσουμε με την πάλη, τόσο γρηγορότερα θα κάνει παραχωρήσεις η αστική τάξη, και εμείς θα επωφεληθούμε από κάθε, ακόμα και μικρή παραχώρηση, για να διεξάγουμε σταθερό αγώνα για την ολοκληρωτική απαλλοτρίωση της αστικής τάξης»1. Αυτό είναι ο οδηγός της πάλης μας σήμερα. Στοχεύουμε τον πραγματικό αντίπαλο των εργαζομένων, τους μονοπωλιακούς ομίλους και την πολιτική τους, στο Ασφαλιστικό, στη φορολογία, στην κρατική πολιτική στήριξης της κερδοφορίας τους, στα αντιλαϊκά μέτρα που προωθούν. Οξύνουμε τη διαπάλη σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε κλάδο. Αποφασιστικά πολιτικοποιούμε την πάλη του εργατικού κινήματος και οργανώνουμε τη λαϊκή αντεπίθεση.

Παραπομπή

1. Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 30, σελ. 200

Του Γρηγόρη ΛΙΟΝΗ*
*Ο Γρηγόρης Λιονής είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ
Advertisements