Ποίημα

«Ξύπνα μονάχα απ το αποκοίμισμά σου,

μη σκύβης, λεημοσύνες μη ζητάς,

τρίζε τα δόντια, αγρίεψε, ανταριάσου,

σπάσε όποιο εμπρός σου εμπόδιο απαντάς.

*

Ρίχνε ό τι κόβει την ορμή σου,

χίμα σαν ακράτητη θάλασσα πλατειά·

κάθε άλλο μεγαλείο μπροστά σου τρίμμα

ας πέση απ τη γερή σου τη γροθιά.

*

Αιώνες δεν απόστασες να γέρνης

σαν το νωθρό το βόδι στο ζυγό,

να σου θερίζουν άλλοι ό τι εσύ σπέρνεις,

αργούς να τρέφης στάζοντας ιδρό;

*

Να χύνης αίμα αυτούς για να πλουταίνης,

να τους υψώνης σκύβοντας στη γη,

και συ να λαχταράς, να μη χορταίνης

και το πικρό σου, το ξερό ψωμί!»

*

«Πικρό ψωμί! ξερό ψωμί», ξεχύθη

κραυγή βραχνή, βοή βαρεία, βαθειά,

σα να στενάξαν χίλια μύρια στήθη

από της γης τα πέρατα πλατιά.

*

Και με ολόρθο κορμί το παλικάρι,

στην πλάτη η χήτη ανέμισε χυτή:

«Ηρθε ο καιρός», ξανάκραξε,

«να πάρη το δίκιο του καθένας στη ζωή.

*

Το δίκιο αυτό όμως δεν το ζητιανεύουν

με ψηλά το κεφάλι το ζητούν

και με το χέρι ορθό το διαφεντεύουν,

το αρπάζουν με βια απ όποιους το κρατούν».


Advertisements